Αμφιθυμία: Το παράδοξο του να χωράς όλες σου τις αντιφάσεις.


Η λέξη αμφιθυμία (διεθνώς: ambivalence) σημαίνει την ταυτόχρονη ύπαρξη δύο αντίθετων συναισθημάτων, τάσεων ή επιθυμιών απέναντι στο ίδιο ακριβώς πρόσωπο, αντικείμενο ή κατάσταση.
Ετυμολογικά, η λέξη προέρχεται από το:
αμφί (και από τις δύο πλευρές, γύρω-γύρω) + θυμός (με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης, που σημαίνει ψυχή, συναίσθημα, ψυχική ορμή).
Με απλά λόγια, αμφιθυμία σημαίνει να νιώθεις «και έτσι και αλλιώς» την ίδια στιγμή. Για παράδειγμα:
Να αγαπάς βαθιά έναν άνθρωπο αλλά ταυτόχρονα να νιώθεις έντονο θυμό μαζί του.
Να θέλεις πολύ να κάνεις μια αλλαγή στη ζωή σου (π.χ. μια νέα δουλειά), αλλά την ίδια στιγμή να τη φοβάσαι και να θέλεις να μείνεις στην ασφάλειά σου.
Δεν πρόκειται για απλή αναποφασιστικότητα του μυαλού, αλλά για μια εσωτερική συναισθηματική σύγκρουση όπου δύο αντίθετες δυνάμεις είναι εξίσου δυνατές, με αποτέλεσμα το άτομο συχνά να νιώθει «παγωμένο» ή εγκλωβισμένο στη μέση.
«Σε θέλω, αλλά σε φοβάμαι». «Θέλω να αλλάξω, αλλά τρέμω το καινούργιο».
Αν έχεις πιάσει ποτέ τον εαυτό σου να είναι εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο εντελώς αντίθετα συναισθήματα για το ίδιο πρόσωπο ή την ίδια απόφαση, ξέρεις καλά τι σημαίνει αυτό το εσωτερικό τράβηγμα. Στην ψυχολογία το λέμε αμφιθυμία. Στην πραγματική ζωή, όμως, λέγεται «συναισθηματικό σκοινί». Ένα σκοινί που τραβιέται και από τις δύο πλευρές με την ίδια δύναμη, κι εσύ βρίσκεσαι στη μέση, ακίνητος, κουρασμένος και, συχνά, γεμάτος ενοχές.
Γιατί όμως είναι τόσο επώδυνο; Και γιατί νιώθουμε ότι, όποια πλευρά κι αν διαλέξουμε, ένα κομμάτι μας θα χάσει;
Η αμφιθυμία δεν είναι αναποφασιστικότητα. Η αναποφασιστικότητα είναι στο μυαλό, ζυγίζεις λογικά τα υπέρ και τα κατά. Η αμφιθυμία είναι στην καρδιά. Είναι η ταυτόχρονη ύπαρξη δύο πολύ ζωντανών, πολύ αληθινών αλλά απόλυτα συγκρουόμενων συναισθημάτων. Μπορεί να νιώθεις βαθιά αγάπη για έναν άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα έναν πνιγηρό θυμό για τον τρόπο που σε μεταχειρίζεται. Μπορεί να λαχταράς να κάνεις το επόμενο μεγάλο βήμα στη ζωή σου, αλλά την ίδια στιγμή η ασφάλεια της γνώριμης «βολής» σου να σε κρατάει πίσω με νύχια και με δόντια.
Το πιο δύσκολο κομμάτι της είναι η μοναξιά και η ντροπή που τη συνοδεύει. Κοιτάζουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και αναρωτιόμαστε: «Τι πάει λάθος με μένα; Γιατί δεν μπορώ απλά να διαλέξω;».
Αν γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, στο παιδί που υπήρξαμε, ίσως βρούμε την απάντηση. Πολλές φορές, αυτή η τάση να είμαστε «και έτσι και αλλιώς» ριζώνει στον πρώτο, πρωταρχικό μας δεσμό — με τους γονείς μας.
Όταν ήμασταν μικροί και η ίδια πηγή που μας έδινε αγάπη ήταν και η ίδια πηγή που μας προκαλούσε φόβο, αστάθεια ή απόρριψη, ο ψυχισμός μας έμαθε να επιβιώνει μέσα στην αντίφαση. Μάθαμε να σκεφτόμαστε: «Σε χρειάζομαι για να ζήσω, αλλά πρέπει να είμαι σε επιφυλακή γιατί μπορεί να με πληγώσεις».
Μεγαλώνοντας, κουβαλάμε αυτό το μοτίβο στις σχέσεις μας. Θέλουμε την οικειότητα, αλλά μόλις κάποιος μας πλησιάσει πολύ, ενεργοποιείται ένας εσωτερικός συναγερμός. Κάνουμε ένα βήμα πίσω για να προστατευτούμε, και αμέσως μετά ένα βήμα μπροστά γιατί δεν αντέχουμε τη μοναξιά. Ένας ατέρμονος χορός ανάμεσα στο «έλα κοντά» και το «κράτα απόσταση».
Το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε με την αμφιθυμία είναι ότι προσπαθούμε να την εξαφανίσουμε με τη βία. Πιέζουμε τον εαυτό μας να νιώσει μόνο το ένα ή μόνο το άλλο. Όμως τα συναισθήματα δεν λειτουργούν έτσι. Όσο πνίγεις τη μία πλευρά, τόσο αυτή θα φωνάζει πιο δυνατά από το ασυνείδητο.
Η θεραπεία, η ανακούφιση, ξεκινά όταν σταματήσουμε τον πόλεμο με τον εαυτό μας. Όταν καθίσουμε ανάμεσα στις δύο αυτές αντίθετες δυνάμεις και τους επιτρέψουμε απλά να υπάρχουν.
Είναι οκ να αγαπάς κάποιον και ταυτόχρονα να είσαι θυμωμένος μαζί του. Είναι οκ να θέλεις να αλλάξεις δουλειά ή ζωή και ταυτόχρονα να κλαις για αυτό που αφήνεις πίσω. Είναι οκ να φοβάσαι το σκοτάδι, ακόμα κι όταν ξέρεις ότι οδηγεί στο φως.
Η αμφιθυμία δεν είναι ένα μόνιμο τέλμα. Είναι, στην πραγματικότητα, η αίθουσα αναμονής της αλλαγής. Είναι το σημάδι ότι ο παλιός σου εαυτός παλεύει με τον καινούργιο που γεννιέται.
Αντί, λοιπόν, να κατηγορείς τον εαυτό σου για το «πάγωμα», δοκίμασε να τον ακούσεις με τρυφερότητα. Τι προσπαθεί να σε προστατέψει από τη μία πλευρά; Τι σε καλεί να ζήσεις από την άλλη; Όταν δώσεις χώρο και φωνή και στα δύο κομμάτια σου, χωρίς κριτική, το σκοινί θα χαλαρώσει. Και τότε, η απόφαση δεν θα βγει μέσα από πίεση, αλλά μέσα από μια βαθιά, εσωτερική ωριμότητα.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, το να είσαι άνθρωπος σημαίνει ακριβώς αυτό: να χωράς μέσα σου όλη την πολυπλοκότητα των αντιφάσεών σου.
Αυτή η αποδοχή των αντιφάσεών μας είναι ίσως το πιο γενναίο βήμα που μπορούμε να κάνουμε. Γιατί όταν σταματάμε να πολεμάμε τις σκιές μας, αρχίζουμε επιτέλους να περπατάμε προς το φως με ολόκληρο τον εαυτό μας — με τις πληγές, τις επιθυμίες, τους φόβους και τις ελπίδες μας σε απόλυτη ισορροπία.