«Φταίει το παιδί». Η πιο βολική απάντηση σε ένα πρόβλημα που κανείς δεν θέλει να δει.


Στο σχολείο το χαρακτηρίζουν «αδιάφορο».
Στο σπίτι το αποκαλούν «αντιδραστικό».
Οι εκπαιδευτικοί λένε ότι δεν συνεργάζεται. Οι γονείς ότι δεν ακούει. Κάποιοι μιλούν για έλλειψη ορίων. Άλλοι για τη νέα γενιά που δεν σέβεται τίποτα.
Και κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις ερμηνείες υπάρχει ένα παιδί.
Ένα παιδί για το οποίο όλοι έχουν άποψη, αλλά ίσως κανείς δεν έχει αναρωτηθεί τι πραγματικά του συμβαίνει.
Ένα παιδί που αρνείται να διαβάσει χαρακτηρίζεται τεμπέλικο.
Ένας έφηβος που απομονώνεται θεωρείται αντικοινωνικός.
Ένα παιδί που αντιδρά έντονα χαρακτηρίζεται κακομαθημένο.
Αυτές οι λέξεις μοιάζουν να εξηγούν τα πάντα. Στην πραγματικότητα, όμως, συχνά σταματούν τη συζήτηση πριν καν αρχίσει.
Γιατί πίσω από μια συμπεριφορά μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές πραγματικότητες: άγχος, μαθησιακές δυσκολίες, φόβος αποτυχίας, συναισθηματική πίεση, ανάγκη για προσοχή, δυσκολίες αυτορρύθμισης ή προβλήματα στις σχέσεις.
Δεν σημαίνει ότι κάθε δυσκολία κρύβει ένα ψυχολογικό πρόβλημα. Ούτε ότι κάθε συμπεριφορά δικαιολογείται.
Σημαίνει, όμως, ότι η συμπεριφορά είναι κάτι που χρειάζεται να κατανοήσουμε πριν αποφασίσουμε πώς θα το αντιμετωπίσουμε.
Ζητάμε από τα παιδιά να διαχειρίζονται τον θυμό τους, την ώρα που πολλές φορές οι ενήλικες καταφεύγουμε σε φωνές.
Τους ζητάμε να μας ακούν, ενώ η δική μας καθημερινότητα συχνά δεν αφήνει χώρο να ακούσουμε εκείνα.
Απαιτούμε υπευθυνότητα, αλλά ορισμένες φορές δεν τους επιτρέπουμε να δοκιμάσουν, να αποτύχουν και να αναλάβουν τις συνέπειες των επιλογών τους.
Μιλάμε διαρκώς για σεβασμό.
Πόσο συχνά, όμως, αναρωτιόμαστε πώς βιώνει ένα παιδί τον σεβασμό μέσα στις καθημερινές του σχέσεις;
Τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο από όσα τους λέμε. Μαθαίνουν παρατηρώντας πώς διαφωνούμε, πώς αντιμετωπίζουμε τα λάθη, πώς διαχειριζόμαστε την απογοήτευση και πώς συμπεριφερόμαστε όταν κάποιος δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μας.
Η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στις ευθύνες των γονέων.
Ούτε είναι δίκαιο να μετατρέπουμε τους εκπαιδευτικούς σε υπεύθυνους για κάθε δυσκολία που εμφανίζεται μέσα στην τάξη.
Ένας εκπαιδευτικός καλείται να ανταποκριθεί ταυτόχρονα στις μαθησιακές, κοινωνικές και συναισθηματικές ανάγκες πολλών διαφορετικών παιδιών, συχνά χωρίς την υποστήριξη που απαιτεί αυτός ο ρόλος.
Η ψυχική του ανθεκτικότητα, οι συνθήκες εργασίας και η συνεργασία του με την οικογένεια δεν είναι δευτερεύοντα ζητήματα.
Δεν μπορούμε να απαιτούμε από έναν εξαντλημένο εκπαιδευτικό να λειτουργεί διαρκώς ως σταθερό συναισθηματικό στήριγμα, χωρίς να εξετάζουμε ποιος στηρίζει τον ίδιο.
Και δεν μπορούμε να περιμένουμε από το σχολείο να διορθώσει μόνο του όσα δυσκολεύεται να διαχειριστεί μια ολόκληρη κοινωνία.
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση.
Το να προσπαθούμε να κατανοήσουμε γιατί ένα παιδί επιδεικνύει μια δύσκολη συμπεριφορά δεν σημαίνει ότι την αποδεχόμαστε άκριτα.
Η επιθετικότητα χρειάζεται αντιμετώπιση. Οι παραβιάσεις ορίων χρειάζονται συνέπειες. Η ανάληψη ευθύνης αποτελεί μέρος της ανάπτυξης.
Όμως τα όρια δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ταπείνωση, απειλές ή χαρακτηρισμούς.
Μπορούμε να πούμε «αυτό που έκανες δεν είναι αποδεκτό», χωρίς να πούμε «είσαι απαράδεκτος».
Μπορούμε να ζητήσουμε υπευθυνότητα χωρίς να καταστρέφουμε την αυτοεκτίμηση.
Μπορούμε να είμαστε σταθεροί χωρίς να είμαστε σκληροί.
Και όταν οι δυσκολίες επιμένουν ή επηρεάζουν σημαντικά τη λειτουργικότητα του παιδιού, η κατάλληλη επιστημονική αξιολόγηση είναι ουσιαστική. Δεν αρκεί να αποδώσουμε τα πάντα στην οικογένεια, στο σχολείο ή στην προσωπικότητά του.
Όταν ένα παιδί δυσκολεύεται, συχνά αναζητούμε ποιος φταίει.
Ο γονιός;
Ο εκπαιδευτικός;
Το εκπαιδευτικό σύστημα;
Το ίδιο το παιδί;
Η αναζήτηση ευθυνών έχει τη θέση της, ιδιαίτερα όταν υπάρχει βία, παραμέληση ή παραβίαση δικαιωμάτων. Δεν μπορεί όμως να υποκαθιστά την κατανόηση και την ουσιαστική παρέμβαση.
Χρειαζόμαστε περισσότερη συνεργασία οικογένειας και σχολείου. Περισσότερη υποστήριξη στους γονείς. Περισσότερη φροντίδα για την ψυχική υγεία των εκπαιδευτικών. Έγκαιρη αναγνώριση των δυσκολιών των παιδιών.
Κυρίως, χρειάζεται να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τη συμπεριφορά ενός παιδιού σαν να υπάρχει ανεξάρτητα από τις σχέσεις και το περιβάλλον μέσα στα οποία μεγαλώνει.
Γιατί το πιο εύκολο είναι να δείξουμε ένα παιδί και να πούμε «αυτό είναι το πρόβλημα».
Το πιο δύσκολο είναι να αναρωτηθούμε τι χρειάζεται να αλλάξει γύρω του — και τι χρειάζεται να αλλάξουμε κι εμείς.
Δώρα Κακαΐτσα
Ψυχολόγος – Master Εγκληματολογίας & Εγκληματολογικών Σπουδών